Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2020

Ανάπτυξη με εσωτερική υποτίμηση της εργασίας και του ασφαλιστικού

 

Απαιτείται η συστολή της μονοκαλλιέργειας των υπηρεσιών και του τουρισμού (20,8% του ΑΕΠ και 21,7% της απασχόλησης), με την τεχνολογική-καινοτομική αναβάθμιση των μεταποιητικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων (μερίδιο βιομηχανίας στο ΑΕΠ10% (2018) από 33% το 1970), των μεταποιητικών υποδομών και της πρωτογενούς παραγωγής. 

Η αποτίμηση του Σχεδίου Ανάπτυξης της Ελληνικής Οικονομίας και της αξιοποίησης των ευρωπαϊκών κονδυλίων στην χώρα μας, που υποβλήθηκε (23/11/2020) στην ελληνική κυβέρνηση από την Επιτροπή του κατόχου βραβείου Νόμπελ Καθηγητή Χρ.Πισσαρίδη, αναδεικνύει με τον πιο εύληπτο τρόπο ότι, μεταξύ των άλλων, η στρατηγική μονομέρεια των « οικονομικών της προσφοράς», η προώθηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας και η ultra-κεφαλαιοποίηση της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης κατέχουν δεσπόζουσα θέση.

Κι΄αυτό γιατί, σύμφωνα με το «Σχέδιο Ανάπτυξης», η ελληνική οικονομία με την στρατηγική αυτή της εσωτερικής υποτίμησης της εργασίας και της κοινωνικής ασφάλισης, θα επιτύχει, μεταξύ των άλλων, κατά την επόμενη δεκαετία την συστηματική αύξηση του κατά κεφαλήν πραγματικού εισοδήματος, του επιπέδου της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας, προκειμένου να συγκλίνει σταδιακά με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, να ενισχύσει την κοινωνική συνοχή και να βελτιώσει τις περιβαλλοντικές επιδόσεις.

Όμως, η ουσιαστική αντιμετώπιση του παραγωγικού και κοινωνικού ελλείμματος, δηλαδή του «δίδυμου ελλείμματος», το οποίο έχει βυθίσει σήμερα την ελληνική οικονομία, απαιτεί η στρατηγική και πολιτική οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης στην χώρα μας να μη βασίζεται, όπως στο παρελθόν, σε πολιτικές εσωτερικής υποτίμησης και επισφάλειας των εργαζομένων που οδηγούν, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, σε κατάρρευση της παραγωγικότητας-ανταγωνιστικότητας-τιμής. Αντίθετα, απαιτεί την συστολή της μονοκαλλιέργειας των υπηρεσιών και του τουρισμού (20,8% του ΑΕΠ και 21,7% της απασχόλησης), με την τεχνολογική-καινοτομική αναβάθμιση των μεταποιητικών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων (μερίδιο βιομηχανίας στο ΑΕΠ10% (2018) από 33% το 1970), των μεταποιητικών υποδομών και της πρωτογενούς παραγωγής. Επιπλέον, απαιτείται να βασίζεται στην κλαδική και περιφερειακή αναδιάρθρωση της παραγωγής, την παραγωγική-τεχνολογική διασύνδεση, την ποιότητα της εργασίας και την ρύθμιση της αγοράς εργασίας, την βελτίωση του συστήματος κοινωνικής πολιτικής (παιδείας, κοινωνικής ασφάλισης, υγείας, πρόνοιας), το υψηλό επίπεδο παραγωγικότητας και διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας των διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων και υπηρεσιών.

Επίσης, οι άξονες της αναπτυξιακής πολιτικής της Επιτροπή Χρ.Πισσαρίδη εμπεριέχουν τον κίνδυνο να θεωρηθούν αξιωματικού και περιγραφικού χαρακτήρα. Κι’ αυτό γιατί οι συγκεκριμένες προτάσεις δεν προκύπτουν από ανάλυση και ποσοτική επεξεργασία από τις οποίες θα αναδειχθούν κατά αντικειμενικό και τεκμηριωμένο τρόπο οι πραγματικές αναπτυξιακές, παραγωγικές, τεχνολογικές, θεσμικές, κοινωνικές και εργασιακές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας στο άμεσο και απώτερο μέλλον. Με άλλα λόγια, από μεθοδολογική άποψη η προσέγγιση αυτή υποτάσσει το αντικειμενικό (πραγματικές αναπτυξιακές και κοινωνικές ανάγκες) στο υποκειμενικό( ιδεολογικο-πολιτικό, ευρωπαϊκά κονδύλια, επίκληση ξένου κεφαλαίου, κ.λ.π.) και όχι το αντίθετο, γεγονός που σε όρους εφαρμοσμένης πολιτικής σημαίνει εκκαθάριση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, περαιτέρω ευελιξία της αγοράς εργασίας και αποδιάρθρωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Ακριβώς, στο πλαίσιο αυτής μεθοδολογικής και στρατηγικής επιλογής, η πρόταση, μεταξύ των άλλων, της εισαγωγής του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στον δεύτερο πυλώνα της κοινωνικής ασφάλισης, θεωρείται κατά περιγραφή, από την Επιτροπή Χρ. Πισσαρίδη αναπτυξιακό μέτρο και κατά προθύστερη ποσοτική επεξεργασία και ανάλυση χαρακτηρίζεται μέτρο υψηλού κοινωνικού, δημοσιονομικού και αναπτυξιακού κόστους.

Πιο συγκεκριμένα, σήμερα η επικουρική κοινωνική ασφάλιση λειτουργεί σύμφωνα με τον Ν.4670/2020 με το σύστημα των ατομικών λογαριασμών νοητής κεφαλαιοποίησης, το οποίο συνιστά ένα οικονομικό σύστημα μεικτού χαρακτήρα που ενσωματώνει στοιχεία αναδιανεμητικότητας αλλά και κεφαλαιοποιητικά στοιχεία. Το σύστημα αυτό έχει εφαρμοσθεί στην χώρα μας από το δεύτερο Μνημόνιο και το κύριο χαρακτηριστικό του συνίσταται στην δημιουργία μίας μακροχρόνιας χρηματοοικονομικής ισορροπίας και βιωσιμότητας της επικουρικής ασφάλισης χωρίς να προκαλείται το κόστος μετάβασης που δημιουργείται στην περίπτωση της κεφαλαιοποίησης της επικουρικής ασφάλισης. Αξίζει να σημειωθεί ότι το κόστος μετάβασης προκύπτει από τις συντάξεις των σημερινών συνταξιούχων της επικουρικής ασφάλισης (1.500.000 άτομα) που πρέπει να τους καταβληθούν οι συντάξεις για τα χρόνια που έχουν εργασθεί καθώς και από τα θεμελιωμένα δικαιώματα (δαπάνες προϋπηρεσίας) των σημερινών εργαζομένων. Το κόστος αυτό μετάβασης σύμφωνα με τους κυβερνητικούς παράγοντες υποστηρίζεται ότι θα κυμανθεί ανάλογα με τις υποθέσεις εργασίας από 35 μέχρι 55 δις ευρώ.

Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι με τα σημερινά οικονομικά δεδομένα το κόστος μετάβασης εκτιμάται από 57 μέχρι 67 δις. ευρώ, ανάλογα με το μέσο ύψος της σύνταξης που θα χορηγείται στους ασφαλισμένους και το επιτόκιο, προκειμένου να υπολογισθούν οι μελλοντικές παροχές σε παρούσες αξίες. Αν υποθέσουμε ότι το μέσο μηνιαίο επίπεδο της επικουρικής σύνταξης διατηρηθεί στο επίπεδο του Αυγούστου του 2020 (190 ευρώ) και χρησιμοποιηθεί για την προεξόφληση των χρηματοροών η καμπύλη επιτοκίων της ΕΙΟPA Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή Ασφάλισης), τότε το κόστος μετάβασης θα προσεγγίσει τα 67 δις ευρώ. Ενώ χρησιμοποιώντας ως επιτόκιο προεξόφλησης το επιτόκιο των μελετών του Ν.4670/2020 και μέσο επίπεδο μηνιαίας σύνταξης 190 ευρώ, τότε το κόστος μετάβασης εκτιμάται στα 62 δις ευρώ.

 Άρα η εκτίμηση των κυβερνητικών παραγόντων των 35 δις ευρώ μέχρι των 55 δις ευρώ δύο σοβαρά ζητήματα. Είτε υπονοείται μείωση των επικουρικών συντάξεων κάτω των 140 ευρώ τα επόμενα έτη, είτε χρησιμοποιείται ένα επιτόκιο προεξόφλησης τόσο υψηλό, το οποίο λαμβάνοντας υπόψη τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες και τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες, είναι βέβαιο ότι δεν θα είναι αποδεκτό. Επιπλέον, το κόστος μετάβασης, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών και Περιφερειακών Λογαριασμών (ESA 2010, Eurostat και ΕΛΣΤΑΤ) και τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα Δημόσιου Τομέα (IPSAS), το έλλειμμα που προκαλείται από το συγκεκριμένο κόστος μετάβασης θα πρέπει να αποτυπωθεί στους Εθνικούς Λογαριασμούς, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τα δημόσια οικονομικά της χώρας.

Επίσης, με αφετηρία την πρόταση της Επιτροπής Χρ. Πισσαρίδη, το επιχείρημα των κυβερνητικών παραγόντων ότι ο δημογραφικός κίνδυνος και η γήρανση του πληθυσμού που θα πιέσουν δημοσιονομικά στο μέλλον με το αναδιανεμητικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης (σύστημα αλληλεγγύης των γενεών και συλλογικής αντιμετώπισης του κινδύνου γήρατος) τον Κρατικό Προϋπολογισμό, θα «διαφοροποιηθούν» με την κεφαλαιοποίηση της επικουρικής ασφάλισης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κι’ αυτό γιατί στην πραγματικότητα αυτό το οποίο θα συμβεί θα είναι η μεταφορά της αντιμετώπιση της γήρανσης του πληθυσμού από το κράτος στους ασφαλισμένους και τους συνταξιούχους, με την μείωση του επιπέδου των συντάξεων της σημερινής γενιάς των εργαζομένων, αφού κάθε νέα γενιά συνταξιούχων στο κεφαλαιοποιητικό σύστημα των ατομικών λογαριασμών (ατομικός κουμπαράς) θα λαμβάνει μικρότερη σύνταξη από την προηγούμενη, αφού το προσδόκιμο ζωής θα είναι μεγαλύτερο από αυτό της προηγούμενης γενιάς των συνταξιούχων.

Κατά συνέπεια, αποδεικνύεται με τον πιο εύληπτο τρόπο, ότι η πρόταση της Επιτροπής Πισσαρίδη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, την ευελιξία της εργασίας και κεφαλαιοποίηση της επικουρικής κοινωνικής ασφάλισης, όχι μόνο δεν είναι αναπτυξιακή με τις προτεινόμενες επιλογές της εσωτερικής υποτίμησης, προκαλώντας στο μέλλον, μεταξύ των άλλων, μείωση του επιπέδου των χορηγούμενων επικουρικών συντάξεων και αναταραχή στις αγορές, δεδομένου ότι η καταγραφή του ελλείμματος του κόστους μετάβασης θα δημιουργήσει συνθήκες δυσμενούς μεταβολής της πιστοληπτικής διαβάθμισης της χώρας μας, αφού θα συμβάλλει, στο βαθμό που το αφορά, στην αύξηση του δημόσιου χρέους.

(Ο Σάββας Γ. Ρομπόλης είναι Ομότ. Καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου και ο Βασίλειος Γ. Μπέτσης είναι Υποψ.Διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου)

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΨΕΥΔΑΙ ΣΘΗΣΗ ΥΨΗΛΟΥ ΚΙΝΔΥΝΟΥ Η ΚΕΦΑΛΑΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

  Το   εγχείρημα   της   κεφαλαιοποίησης της    επικουρικής κοινωνικής   ασφάλισης   στην   Ελλάδα,   συνοδεύεται, μεταξύ των   άλλων, εκ   ...